Η ετήσια κανονική άδεια αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα του εργαζομένου, αλλά ταυτόχρονα και μία από τις συχνότερες αιτίες εργατικών διαφορών. Πολλοί εργοδότες θεωρούν ότι η χορήγησή της αποτελεί αποκλειστικά θέμα συμφωνίας με τον εργαζόμενο ή ότι μπορούν να την αναβάλουν λόγω αυξημένου φόρτου εργασίας. Στην πράξη, όμως, η εργατική νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένους κανόνες, η παράβαση των οποίων μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμα, καταβολή αυξημένων αποδοχών και δικαστικές διαμάχες.
Με τις αλλαγές που επέφερε ο Ν. 4808/2021, αλλά και με τη σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου, είναι σημαντικό κάθε επιχείρηση να γνωρίζει τόσο τις υποχρεώσεις όσο και τα δικαιώματά της.
Η κανονική άδεια δεν είναι προαιρετική
Η ετήσια άδεια με αποδοχές αποτελεί υποχρεωτικό δικαίωμα του εργαζομένου και αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη. Δεν μπορεί να αντικατασταθεί με χρηματική καταβολή όσο η εργασιακή σχέση συνεχίζεται, ούτε ο εργαζόμενος μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν.
Η άδεια αποσκοπεί στην πραγματική ανάπαυση και προστασία της υγείας του εργαζομένου. Για τον λόγο αυτό, κάθε συμφωνία με την οποία ο εργαζόμενος δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να λάβει την άδειά του ή συμφωνεί να την αντικαταστήσει με χρήματα είναι άκυρη.
Πότε πρέπει να χορηγείται η άδεια
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία που άλλαξε ο Ν. 4808/2021 αφορά την προθεσμία χορήγησης της άδειας.
Σήμερα, ο εργοδότης υποχρεούται να έχει χορηγήσει το σύνολο της κανονικής άδειας το αργότερο μέχρι την 31η Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους.
Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα. Η ευθύνη για τη χορήγηση της άδειας βαρύνει πρωτίστως τον εργοδότη.
Μπορεί ο εργοδότης να αποφασίζει πότε θα δοθεί η άδεια;
Η απάντηση είναι ναι, αλλά όχι ανεξέλεγκτα.
Η άδεια προγραμματίζεται κατόπιν συνεννόησης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Παράλληλα, ο εργοδότης διατηρεί το διευθυντικό του δικαίωμα να οργανώνει τη λειτουργία της επιχείρησης και να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί:
- να καταρτίζει ετήσιο πρόγραμμα αδειών,
- να περιορίζει τον αριθμό των εργαζομένων που απουσιάζουν ταυτόχρονα,
- να μεταθέτει τη χορήγηση συγκεκριμένης άδειας για εύλογο χρονικό διάστημα όταν υπάρχουν πραγματικές λειτουργικές ανάγκες.
Αυτό όμως που δεν μπορεί να κάνει είναι να επιβάλλει γενική απαγόρευση αδειών για ολόκληρη τη θερινή περίοδο ή να αρνείται συστηματικά τη χορήγησή τους.
Τι ισχύει για επιχειρήσεις με αυξημένο φόρτο εργασίας
Πολλές επιχειρήσεις – όπως εργαστήρια, τουριστικές επιχειρήσεις, βιομηχανίες ή εταιρείες τροφίμων – παρουσιάζουν έντονη εποχικότητα.
Η ύπαρξη αυξημένου φόρτου εργασίας δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση χορήγησης της άδειας.
Αντίθετα, επιβάλλει καλύτερο προγραμματισμό.
Η ασφαλέστερη πρακτική είναι:
- κατάρτιση ετήσιου προγράμματος αδειών,
- εναλλαγή (rotation) των εργαζομένων,
- περιορισμός των ταυτόχρονων απουσιών,
- τεκμηρίωση κάθε μετάθεσης της άδειας.
Το 50% του προσωπικού πρέπει να λάβει άδεια το καλοκαίρι
Η νομοθεσία προβλέπει ότι τουλάχιστον το 50% των εργαζομένων πρέπει να λάβει την άδειά του κατά το διάστημα από 1 Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου.
Η διάταξη αυτή δεν σημαίνει ότι το 50% του προσωπικού πρέπει να απουσιάζει ταυτόχρονα.
Η επιχείρηση μπορεί να κατανείμει τις άδειες σε διαφορετικές περιόδους μέσα στο ίδιο διάστημα, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η εύρυθμη λειτουργία της όσο και η συμμόρφωση με τη νομοθεσία.
Επιτρέπεται η κατάτμηση της άδειας;
Ναι, αλλά μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί τμηματικά είτε λόγω σοβαρών επιχειρησιακών αναγκών είτε ύστερα από αίτημα του ίδιου του εργαζομένου, τηρουμένων πάντοτε των ελάχιστων χρονικών ορίων που προβλέπει η νομοθεσία.
Σε κάθε περίπτωση, η συνολική άδεια πρέπει να έχει εξαντληθεί μέχρι την 31η Μαρτίου του επόμενου έτους.
Τι συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος δεν θέλει να πάρει άδεια;
Πρόκειται για ένα συνηθισμένο φαινόμενο, ιδιαίτερα σε εργαζόμενους που επιθυμούν να αυξήσουν τις αποδοχές τους ή να μεταφέρουν την άδεια για το επόμενο έτος.
Η νομοθεσία όμως δεν το επιτρέπει.
Εάν ο εργαζόμενος αρνείται να λάβει την άδειά του, ο εργοδότης όχι μόνο μπορεί αλλά και οφείλει να τη χορηγήσει μονομερώς πριν από την καταληκτική προθεσμία.
Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται τόσο ο εργαζόμενος όσο και η ίδια η επιχείρηση.
Τι συμβαίνει αν δεν χορηγηθεί η άδεια;
Η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες.
Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τις αποδοχές άδειας και, όταν η μη χορήγησή της οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, οι αποδοχές αυτές καταβάλλονται προσαυξημένες κατά 100%.
Η προσαύξηση αφορά μόνο τις αποδοχές άδειας και όχι το επίδομα άδειας.
Η νομολογία έχει κρίνει ότι υπαιτιότητα υπάρχει, μεταξύ άλλων, όταν:
- ο εργαζόμενος ζήτησε την άδειά του και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει,
- η άδεια απορρίφθηκε λόγω έλλειψης αντικαταστάτη,
- η άδεια δεν χορηγήθηκε λόγω υπηρεσιακών αναγκών,
- ο εργοδότης χορήγησε λιγότερες ημέρες από όσες δικαιούνταν ο εργαζόμενος.
Αντίθετα, δεν οφείλονται διπλές αποδοχές όταν ο ίδιος ο εργαζόμενος αρνήθηκε να λάβει την άδειά του ή όταν ο εργοδότης δεν είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να τη χορηγήσει.
Τι ισχύει σε περίπτωση ασθένειας;
Η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, σε συνδυασμό με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέχει αυξημένη προστασία στον εργαζόμενο.
Εάν ο εργαζόμενος απουσιάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω ασθένειας αλλά επιστρέψει στην εργασία του, διατηρεί το δικαίωμα λήψης της κανονικής άδειας.
Μόνο όταν η ασθένεια καλύπτει ολόκληρο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε αντικειμενικά να χορηγηθεί η άδεια και ο εργοδότης αδυνατεί να την χορηγήσει, το σχετικό δικαίωμα μπορεί να αποσβεστεί.
Στην πράξη, οι συνηθέστερες παραβάσεις είναι:
- να μην υπάρχει ετήσιος προγραμματισμός αδειών,
- να μεταφέρεται η άδεια για περισσότερα έτη,
- να συμφωνείται προφορικά ότι ο εργαζόμενος δεν θα λάβει άδεια,
- να απορρίπτονται αιτήματα αποκλειστικά λόγω φόρτου εργασίας,
- να μην τηρούνται σωστά τα στοιχεία και τα βιβλία αδειών,
- να θεωρείται ότι η καταβολή χρημάτων αρκεί αντί της χορήγησης της άδειας.
Οι πρακτικές αυτές εκθέτουν την επιχείρηση σε σημαντικό νομικό και οικονομικό κίνδυνο.
Η σωστή διαχείριση της ετήσιας κανονικής άδειας δεν αποτελεί απλώς υποχρέωση συμμόρφωσης με την εργατική νομοθεσία. Αποτελεί βασικό στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας κάθε επιχείρησης και συμβάλλει στην αποφυγή εργατικών διαφορών, προστίμων και δικαστικών διενέξεων.
Η έγκαιρη κατάρτιση προγράμματος αδειών, η τεκμηριωμένη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και η συμμόρφωση με τις προθεσμίες που θέτει ο Ν. 4808/2021 αποτελούν την ασφαλέστερη πρακτική για κάθε εργοδότη.
Η ορθή εφαρμογή των κανόνων για την κανονική άδεια προστατεύει τόσο τα δικαιώματα των εργαζομένων όσο και τα έννομα συμφέροντα της ίδιας της επιχείρησης.