Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους να χορηγήσει ολόκληρη την άδεια ή το υπόλοιπο που απομένει από αυτήν, ακόμα και αν ο μισθωτός δεν δέχεται να την λάβει. Μάλιστα ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αρνηθεί την παροχή υπηρεσιών του μισθωτού μέχρι την εξάντληση της αδείας του, καθώς η χορήγηση της αδείας είναι επιβεβλημένη από τον νόμο.
Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση ολόκληρης ή του υπολοίπου της άδειας αυτουσίως μέχρι την 31η Δεκεμβρίου η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Σε αυτήν την περίπτωση ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές αδείας), ενώ επιπροσθέτως εάν η μη χορήγηση της άδειας αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και με βαθμό ελαφράς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει.
Για τον υπολογισμό τόσο των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, όσο και της προσαυξήσεως 100%, θα ληφθούν ως βάση οι αποδοχές της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί η άδεια, αφού η ημέρα αυτή αποτελεί το απώτερο χρονικό σημείο κατά το οποίο υπήρχε υποχρέωση να χορηγηθεί η άδεια.
Η ανωτέρω χρηματική μετατροπή μάλιστα αποτελεί τη μοναδική λύση καθώς μεταφορά της αδείας σε επόμενο έτος καθίσταται ανίσχυρη, έστω και αν έγινε με την συναίνεση του μισθωτού.